Sunday, March 04, 2007

Τα Πέντε

Δυο αγαπητοί μου blogger, η Lemon και ο Yannis H με έβαλαν στο παιχνίδι των πέντε σημείων. Να λοιπόν...

1. Πάντα τα πράγματα μου φαίνονται καλύτερα το πρωί. Όσο περνά η μέρα αλλάζω. Το βράδυ αναρωτιέμαι πού τη βρήκα τέτοια αισιοδοξία το πρωί. Είμαι σαν δύο άνθρωποι.

2. Στο σχολείο με τους συναδέλφους είμαι πολύ συγκρατημένη και τυπική, αλλά με τα παιδιά ανοιχτή, κάνω αστεία, γενικά με ελάχιστες νομίζω εξαιρέσεις, περνάμε καλά μαζί. Κλείνω την πόρτα της τάξης και μεταμορφώνομαι. Είμαι σαν δύο άνθρωποι.

3. Είμαι εξαιρετικά πρακτικός άνθρωπος, λογικός και τα λοιπά, ενδεχομένως συντηρητικός. Οι πράξεις μου όμως κάθε άλλο παρά με εξασφαλίζουν, συνήθως λειτουργώ παρορμητικά, σε στυλ θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό. Το κάνω, κι άλλες φορές βγαίνει σε καλό άλλες όχι. Πολλές φορές οδυνηρό αλλά παρόλα αυτά συνεχίζω ακριβώς αντίθετα προς αυτό που μου υποδεικνύει η λογική μου. Είμαι σαν δύο άνθρωποι.

4. Με ελκύει η ζωή του νομάδα, θα ήθελα να έχω όσο γίνεται λιγότερα πράγματα να με δεσμεύουν, έτσι ώστε να μπορώ να φεύγω χωρίς πρόγραμμα, ακολουθώντας τις ιδέες και τις διαθέσεις της στιγμής. Αντ’αυτού έχω αυτοκίνητο, σπίτι, φυτά, γατιά και ανθρώπους που αγαπάω πολύ ( η σειρά είναι αντίστροφη της σημασίας - κυριολεκτικά - ή μήπως όχι;... δεν είμαι σίγουρη). Είμαι σαν δύο άνθρωποι.

5. Όταν ξεκίνησα να γράφω τη λίστα είχα σκοπό να είμαι αποκαλυπτική και σαφής. Τελειώνοντας με έχει εγκαταλείψει αυτή η διάθεση ή η ικανότητα. Είμαι σαν δύο άνθρωποι.

Ελπίζω μόνο, καθώς ξαναδιαβάζω όσα πολύ αυθόρμητα έγραψα, πως δεν είμαι 2 x 5 = 10. Και να μη φιγουράρουν καμμιά ώρα τα δέκα ορθάνοιχτα μπροστά μου.

Να προσκαλέσω μου είναι δύσκολο επειδή δεν είμαι πολύ δραστήρια στο χώρο και ειδικά το τελευταίο δίμηνο (αμάν πια αυτό το δύο) είμαι πνιγμένη στις υποχρεώσεις (την ελευθερία μου μέσα).
Έκανα μια προσπάθεια να βρω κάποιους από τους λίγους που ξέρω ή καλύτερα ας πω δεν ξέρω, για να συνεχίσω αυτό το ας πούμε παιχνίδι. Δεν μπόρεσα να σκεφτώ παρά μόνον έναν, αλλά ειλικρινά αν δεν έχει όρεξη να ανταποκριθεί κανένα πρόβλημα (ζητώ μάλιστα συγγνώμη για το θάρρος). Προσκαλώ λοιπόν:

Τον Ηλιογράφο

Saturday, February 10, 2007

Παιδιά (Update)

Κάποιες σκέψεις που είπα να παραθέσω μετά από συζήτηση και την καλοπροαίρετη παραίνεση φίλου να γίνομαι λίγο πιο σαφής αν δεν θέλω να φαίνεται πως απλά γεμίζω τις σελίδες.




Οι φωτογραφίες αυτές τραβήχτηκαν σε διαφορετικές στιγμές και διαφορετικούς χώρους. Η επιλογή για την ταυτόχρονη παρουσίασή τους έγινε με βάση αφενός το κοινό τους θέμα αλλά και την απόπειρα αφήγησης μέσα από αυτές μιας ιδέας που γεννήθηκε με την συν-παράθεσή τους. Τι εννοεί ο ποιητής λοιπόν;

Η ανάγνωσή τους μπορεί να γίνει οριζοντίως και καθέτως. Όπως είπε και ο κολλητός μου, σαν ένα είδος σταυρόφωτου (κατά το σταυρόλεξο).

Η πρώτη είναι η απεικόνιση του ιδανικού για διαφημίσεις παιδιού. Γλυκύτατο ύφος, τεράστια μάτια (πού να βλέπατε και το χρώμα τους), τεράστιες βλεφαρίδες, μάγουλα φουσκωτά, θα μπορούσε να αποτελέσει και μοντέλο για κούκλα παιχνίδι, λαχταριστό απόκτημα. Είναι το κέντρο του κόσμου της και το νοιώθει. Ανταμείβει δε και με το παραπάνω αυτόν τον κόσμο που αναπνέει γι’αυτήν.

Στη δεύτερη απεικονίζονται δυο αγαπημένες ανιψιές. Κοντινές σε ηλικία, ταυτίζονται απόλυτα όταν συναντιούνται, αλλά το μόνο κοινό μεταξύ τους είναι ότι είναι οι βενιαμίν των οικογενειών τους με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Χαρακτήρες εντελώς διαφορετικοί, η μια είναι ένα έντονο σαρωτικό πλάσμα, μεγαλωμένο σε μια οικογένεια μεγάλων - οι δυο αδερφές της είναι στο πανεπιστήμιο να σκεφτείτε - απολαμβάνει τρεις μαμάδες που τη λαχταράνε και ένα μπαμπά χεσμένο από την ευτυχία του μέσα στο υπέροχο χαρέμι του. Ανοίγει το στόμα της και βγαίνουν λόγια χωρίς ηλικία, ένα απίστευτο μίγμα παιδικότητας και αφελούς σοφίας.
Η άλλη ανιψιά είναι αερικό. Ένα πλάσμα διάφανο στην κατασκευή και στο χαρακτήρα, δεν μιλάει σε κόσμο, χαμογελάει μόνο. Διαπίστωσα έκπληκτη μια μέρα που την άκουσα να κελαηδάει σαν γαλιάντρα στην αγκαλιά του παππού της, ο οποίος ξέρει όλα της τα μυστικά, πως εγώ δεν ήξερα τη φωνή της και ίσως να πίστευα πως είναι κάποιο βουβό ξωτικό. Παίζει δε απίθανο πιάνο. Στη συνύπαρξή τους οι δυο μικρές και στους αναπόφευκτους ανταγωνισμούς τους νικάει κατά κράτος η πρώτη, κι ας είναι και λίγο πιο μικρή. Δύσκολο να την πείσεις να βγει φωτογραφία, για το ξωτικό μιλώ – η άλλη ποζάρει ακούραστα –, ξαφνιάστηκα όταν είδα πως στη φωτογραφία που κατάφερα να τραβήξω είχε βγει επίσης διάφανη.

Στην τρίτη είναι η Ζ. Μαθήτριά μου κάποια χρονιά στο γυμνάσιο, είναι λίγο, πολύ λίγο μεγαλύτερη από τις ανιψιές. Η Ζ. είναι από τη Σιέρα Λεόνε, παιδί μεγάλης οικογένειας που χωρίστηκε για να τα βγάλει πέρα. Ήταν πάντα αποκομμένη από τους συμμαθητές της, αν και το ενενήντα τοις εκατό των μαθητών ήταν μετανάστες από διάφορες χώρες, και ίσως θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς πως περνούσαν παρόμοιες δυσκολίες. Η Ζ. χαμογελούσε σπάνια (δηλαδή υποθέτω πως χαμογελούσε γιατί δεν φέρνω στο μυαλό μου παρά ελάχιστες στιγμές που έσπαζε η σοβαρότητά της σε χαμόγελο, κι αυτό μόνο στις κατ’ ιδίαν μας συζητήσεις). Οι οποίες δεν ήταν πολλές και γίνονταν μετά από πολλές προσπάθειες από μέρους μου. Η Ζ. έφυγε στην Αμερική κάποια στιγμή, γεμάτη ελπίδα. Κρατώ πολύτιμο ενθύμιό της τη ζωγραφιά που μου χάρισε φεύγοντας, με μένα στην έδρα, χρωματισμένη με καφετί μπογιές και πολύχρωμα παιδιά γύρω μου.

Αυτά όσο αφορά το οριζοντίως.

Για το καθέτως μιλούν τα μάτια μόνα τους. Παιδιά που μεγαλώνουν σε ασφάλεια και η παιδικότητά τους χαρίζεται απλόχερα, αν και μεγαλώνοντας το χαμόγελο και το βλέμμα γίνονται πιο περίπλοκα ίσως, όσο περίπλοκοι γινόμαστε μεγαλώνοντας. Η Ζ. δεν την έχει. Στη φωτογραφία είναι δώδεκα χρονών.

Monday, January 08, 2007

Κι άλλες ζωές άλλων

Η πρώτη βδομάδα της χρονιάς έκλεισε με αρκετά κινηματογραφικά ερεθίσματα. Δηλαδή, χμ, τρία (αν αυτά θεωρούνται αρκετά). Η συνέχεια – μετά την ταινία που αναφέρθηκα στο προηγούμενο ποστ - ήταν αρκετά καλή, αν και δεν είχε την ίδια ανάταση. Ήταν όμως καλή τροφή. Και θα ήθελα να μιλήσω γι’αυτήν.

Με αφορμή σχόλιο από τα Μεθυσμένα χρώματα τις προάλλες, έβαλα σε λόγια την αίσθηση της συνειδητοποίησης, την αίσθηση ότι αντιλαμβάνομαι βαθιά, όσο γίνεται για κάποιον που η ζωή του είναι άλλη και αλλού και είναι έξω απ’το χορό, κάποια σημαντικά γεγονότα ή καταστάσεις, μέσω της απόδοσής τους καλλιτεχνικά. Χθες η ταινία που είδα μου έφερε στο μυαλό την πρώτη φορά που ένοιωσα έτσι. Ο ελληνικός τίτλος της ταινίας είναι «Σεράγεβο σ’αγαπώ». Όπως είναι φανερό, έχει να κάνει με τη Βοσνία. Τη Βοσνία του σήμερα, κάποια χρόνια μετά τον πόλεμο, κι αφού στις ειδήσεις δεν ακούμε πια τίποτα γι’αυτήν. Ίσως γιατί έχουν λείψει οι θεαματικές εικόνες.

Πριν χρόνια λοιπόν, καλοκαίρι του ’96 (πώς πέρασαν Θέ μου, σαν το νερό) βρισκόμουν στο Εδιμβούργο, την περίοδο του θερινού του ετήσιου Φεστιβάλ. Είχα γνωρίσει μια Πολωνέζα η οποία διάλεξε μια παράσταση που επέμενε – ευτυχώς - να δούμε, με την υπόσχεση να μου κάνει το διερμηνέα. Στο καλό μας το διαδίκτυο βρήκα μετά από τόσα χρόνια στοιχεία για την
παράσταση (τι σου είναι…)

Ο αδελφός μου σπούδαζε στο Σεράγεβο, πρόλαβε να πάρει το πτυχίο του και να φύγει μόλις λίγες μέρες πριν ξεσπάσει το κακό και μου μιλούσε με πολλή ταραχή και συναισθηματική φόρτιση για την περίοδο που προηγήθηκε, αλλά και για την αγωνία του που άφηνε ανθρώπους πίσω που αγάπησε όσα χρόνια ήταν εκεί. Στην τηλεόραση οι εικόνες καταιγιστικές. Όσο όμως και να στεναχωριόμουν, αισθανόμουν αποστασιοποιημένη. Μέχρι την παράσταση. Ήταν τόσο άμεσα δοσμένα όλα, τόσο απλά και ταυτόχρονα ιδιοφυή σε σύλληψη που δεν μπορούσα παρά να νοιώσω την ιστορία στο πετσί μου.

Θα δώσω λίγα μόνο στοιχεία. Η παράσταση δόθηκε στην αυλή ενός παλιού, μαυρισμένου κτιρίου. Η σκηνή ένα παραλληλόγραμμο μακρύ, απλά σχηματισμένο με χαλίκια στο έδαφος, οι θεατές καθισμένοι κατάχαμα, σε δυό σειρές όλες όλες, γύρω γύρω, ακριβώς στα όρια της σκηνής. Λόγια λίγα. Μόνο εικόνα, ήχος, παιχνίδια με το φως και το σκοτάδι και… μυρωδιές. Καπνού, σαπίλας, αίματος. Φιγούρες του Χάρου και Δημίων να αλωνίζουν πάνω σε τεράστια ξυλοπόδαρα, κραδαίνοντας στυλιάρια, μαύρες σημαίες, δρεπάνια. Τα θύματα: ηθοποιοί στο ίδιο επίπεδο με το θεατή. Ήθελες να τρέξεις να τους πάρεις από κει.

Δεν χρειάστηκε καμιά διερμηνεία. Φεύγοντας έκλαιγα με λυγμούς, ντρεπόμουν φρικτά που μου συνέβαινε δημόσια αυτό, αν και πολλοί ήταν συγκλονισμένοι, ήθελα να κρυφτώ, προσπαθούσα να ελέγξω τον εαυτό μου απεγνωσμένα και δεν μπορούσα. Ακόμα το θυμάμαι και ντρέπομαι λίγο. Η φίλη μου περπατούσε πλάι μου με το κεφάλι σκυφτό. Δεν έλεγε τίποτα. Είχε καταλάβει. Όπως είχα καταλάβει κι εγώ. Τί σήμαινε όλο αυτό που είχε συμβεί κάποια χιλιόμετρα πιο βόρεια. Και χθες, είδα τη συνέχειά του. Και με απλό τρόπο κατάλαβα.

Η μεσαία ταινία ήταν Νορβηγική. «Ένας διαφορετικός άνθρωπος» ο τίτλος. Θα πείτε, τι έγινε εδώ, σαν πολύ έθνικ. Απλά έτυχε. Άλλη ιστορία κι αυτή. Η αποξένωση και η ρηχότητα σε μια χώρα που τα πιο πολλά προβλήματα είναι λυμένα.. Για να γεννηθούν άλλα. (πώς μου φάνηκε κάπως σαν πολυτέλεια αυτό το θέμα μετά τη χθεσινή ταινία και την ανάμνηση της παράστασης – άδικα ίσως, μα λίγο, μόνο λίγο – αλλά πάλι - σαν νά’χαν τελειωμό τα βάσανα και τα πάθια του κόσμου).

Και τα ερεθίσματα, οι προβληματισμοί, τόσο διαφορετικοί για τους δημιουργούς. Που αν έχουν κάτι να πουν, απλά το λένε. Και αν είσαι τυχερός να συναντήσεις το έργο τους, κάτι ανοίγεται μέσα σου. Και νοιώθεις. Και παίρνει μπροστά καρδιά κι εγκέφαλος. Έτσι. Για να μην ξεχνιόμαστε.

Πολύ μίλησα. Η Αρτάνις φταίει που μ’έσπρωξε. Εγώ καλά καθόμουν ως τώρα.





Η φωτογραφία, απ'το Βορρά, μόλις περσινή.


Το movieworld καλά τα λέει για τις ταινίες, για όποιον θά'θελε λεπτομέρειες.

Wednesday, January 03, 2007

Οι Ζωές των Άλλων


Είδα χθες μια ταινία εξαιρετική. Εξαιρετική.
Οι Ζωές των Άλλων. (Das Leben der Anderen)

Διαδραματίζεται στην Ανατολική Γερμανία, πέντε χρόνια περίπου πριν την πτώση του τείχους. Θέμα από τη μια η τραγική πολιτική πραγματικότητα και οι επίσης τραγικές επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων της. Από την άλλη, χμ, η μεταμόρφωση ενός ανθρώπου όταν με παράδοξο τρόπο έρχεται σε επαφή με την καθημερινότητα ανθρώπων της τέχνης.

Καλή δεν είμαι στις περιγραφές και δεν έχει και νόημα, πρέπει να δει κανείς από μόνος του, όμως ήταν από τις ταινίες που σίγουρα θα μου μείνουν. Βγαίνοντας από το σινεμά ένοιωθα ευτυχής που υπήρχε εκεί για να τη δω, είχε συντελεστεί το εσωτερικό μου λουτρό, χαιρόμουν με την αμεσότητα της λιτότητας, την ομορφιά του πνεύματος που υπάρχει και που το συνάντησα. (και ήταν και το καλό ποδαρικό της χρονιάς)

Κάποιος θεατής, ένας από τους πολλούς που με το τέλος της ταινίας δεν μπορούσε να σηκωθεί και να φύγει αμέσως, ένας από τους πολλούς που μπήκε μέσα στην ιστορία και είχε τα μάτια κόκκινα, μονολόγησε πριν τελικά αγκαλιάσει το παλτό του και ανασηκωθεί. : «Αυτό είναι. Έχεις να πεις μια ιστορία, φίλε; Πες την.»

Οι φωτογραφίες από το Επταπύργιο, καλοκαίρι του 2006..

Sunday, December 31, 2006

Για την καινούρια χρονιά

Θέλω :

Μπρίο, αυτοπεποίθηση κι έξω καρδιά.


Υγεία, δύναμη και αντοχή.



Τρυφερότητα από και προς πάσα κατεύθυνση
.


Τύχη και φροντίδα στις αδύναμες στιγμές.



Ταξίδια στον εντός και εκτός μου κόσμο.


Και καθαρούς ορίζοντες.


ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ
Υγεία, αγάπη. Και καλοσύνη. Να δίνουμε, να παίρνουμε...

(Πειράζει επίσης να τα γειώσω τώρα όλα και να ζητήσω και πολλά λεφτά;)

Friday, December 29, 2006

Ο Άγιος





Ο Άγιος

Είναι νέος, γέρος, παιδί.
Του κόσμου τούτου ή αλλουνού.
Τον ζωγράφισαν έτσι που να φαίνεται πως πάντα βλέπει και ακούει.
Καμμιά φορά μιλάει κιόλας... λένε.


Οι φωτογραφίες είναι από το ξωκλήσι των Αγίων Κηρύκου και Ιουλίττης, ενός από τα εννέα ξωκλήσια-δορυφόρους που τριγυρίζουν τη Μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική.

Το εκκλησάκι βρίσκεται πάνω σ’ ένα λόφο, δεν το πιάνει το μάτι σου, τουλάχιστον το δικό μου το απαίδευτο το πήρε για παλιά αποθηκούλα αγροτική. Μέσα όμως είναι καλυμμένο με εξαιρετικές τοιχογραφίες των οποίων η ιδιαιτερότητα είναι πως οι άγιοι είναι ζωγραφισμένοι σαν μια ομάδα που καλύπτει τους τοίχους απ’ άκρη σ’ άκρη. Ένας χορός αγίων. Ανδρών στον ένα τοίχο, γυναικών στον αντικρινό.

Απ’ όλους πιο πολύ μου τράβηξε την προσοχή ο άγιος με τη φουστανέλα. Αυτός που εικονίζεται στη δεύτερη φωτογραφία. Μου φάνηκε ιδιαίτερα θελκτικός, αρρενωπός, προσιτός και για κάποιον ανεξήγητο λόγο τον έχω φανταστεί χορευταρά. Μπορεί να φταίει η φουστανέλα, μπορεί να φταίει που κάποτε ήμουν ερωτευμένη μ’ έναν που έμοιαζε με τον Καραϊσκάκη, τι να πω ….δεν γνωρίζω. Πάντως κατά κάποιον τρόπο του απηύθυνα το λόγο όταν στάθηκα μπροστά του.

Δεν θέλω καθόλου να φανώ ασεβής. Δεν είμαι γενικά, νομίζω, ανεξάρτητα από τη δύσπιστη στάση που κρατώ απέναντι στη θρησκεία. Δεν εκφράζω απόλυτες θέσεις για κάτι που δεν εξηγώ λογικά. Αναφέρομαι στις μεταφυσικές διαστάσεις, γιατί για τις φυσικές και ιστορικές έχω σαφείς απόψεις, που όμως δεν είναι του παρόντος. Του παρόντος είναι πως συνάντησα έναν άγιο που μου προκάλεσε πολύ ανθρώπινες αντιδράσεις και αυτές θέλω να υπογραμμίσω. Τις διαστάσεις αγίων ανθρώπων που κοιτούν, ακούν και ενίοτε μιλάνε κιόλας.

Thursday, December 28, 2006

awakenings


I am a dreamer but when I wake,
You can't break my spirit - it's my dreams you take.

Wednesday, December 27, 2006

Μικρές τετριμμένες ιστορίες


Αγκαλιά, ζέστη, ύπνος με όνειρα
ή χωρίς.

Ποιός έχει ποιόν στην αγκαλιά του;

Monday, December 25, 2006

Περί καλικάντζαρων και άλλων δαιμονίων

Τα μεσάνυχτα βγήκαν οι καλικάντζαροι.

Είναι ο πιο αγαπημένος μου μύθος σχετικά με την περίοδο των Χριστουγέννων, πιθανότατα γιατί ως μικρά και εύπιστη παιδίσκη μπέρδευα, φυσικά, πολύ τους μύθους με την πραγματικότητα και ήμουν βέβαιη (ακόμα είμαι τρόπον τινά) πως καλικάντζαρους έχω δει.

Στο χωριό που δούλευε η μητέρα μου ζούσαμε σε ένα σπίτι παλιό, όλο κρυψώνες, μια σκέτη φρίκη δηλαδή αν τυχόν και διψούσες ή ήθελες να πας στην τουαλέτα το βράδυ. Παραμονή Χριστούγεννα ξύπνησα την καημένη την ξαδέρφη μου, γιατί κάτι άκουγα και ήθελα να δω, γύρω στα δώδεκα εκείνη, γύρω στα τρία εγώ. Βγήκαμε στο διάδρομο και, ναι, ήταν εκεί. Τους είδαμε ολοκάθαρα να στέκονται πίσω από τη τζαμένια πόρτα της εισόδου, κοντούς και παραμορφωμένους, με σκούφους στο κεφάλι και σκοτεινά, παραφουσκωμένα κουρέλια στο σώμα. Ούρλιαζαν έξω από την πόρτα και χτυπούσαν κάτι που σου τρύπαγε τα αυτιά. Τα δικά μας ουρλιαχτά, ευτυχώς, τους έτρεψαν σε άτακτο φυγή.

Κατοπινές εξηγήσεις, πως δήθεν ήταν παιδιά που βγήκαν νυχτιάτικα να πουν τα κάλαντα, απορρίφθηκαν ως ανεπαρκείς.

Χρόνια αργότερα, ο μαθητής μου ο Χρήστος, ετών επτά, μου θύμισε πολύ τον εαυτό μου όταν, αφού με έβαλε να του ορκιστώ πως θα του πω την αλήθεια, γιατί αν δεν του την πω εγώ που είμαι δασκάλα του ποιος θα του την πει, και, σας παρακαλώ κυρία, με ρώτησε, υπάρχει άγιος Βασίλης; κι εγώ τα μάσησα βέβαια, τι να του πω που να μην γυρίσει τον ουρανό του ανάποδα, και με διάφορες γαρνιτούρες του εξήγησα, πως μάλλον δεν υπάρχει, κι εκείνος:
«Μα τι λέτε κυρία. Αφού εγώ πέρσι άκουσα τα κουδουνάκια του.»
Ναι, έτσι ακριβώς,. Εντάξει λοιπόν. Κι εγώ, ναι, καλικάντζαρους έχω δει.

Και για του λόγου μου το αληθές, σας παραθέτω μια φωτογραφία καλικάντζαρου, ενός δεινού κλέφτη κουραμπιέδων, τραβηγμένη στον Ψηλορείτη, παραμονές Χριστουγέννων, δυό χρόνια πριν, ακριβώς.

Εύχομαι σε όλους χρόνια πολλά και γλυκά

Sunday, December 17, 2006

Νοσταλγίας συνέχεια...

Το στοιχειωμένο σπίτι
Ο τρομερός του φύλακαςΟι ψαράδες στις πλάβες
... και οι άλλες εποχές

Friday, December 15, 2006

Ξημέρωμα




Πάνω από τη Λίμνη, στην Καστοριά.
Χειμώνας, κοντά Χριστούγεννα του 2002.
Από το παλιό μπαλκόνι της θείας μου, μασουλώντας πρωί πρωί βραχάκια και χαζεύοντας τις διαδρομές του αχνού που ανέβαινε απ'το ζεστό φλιτζάνι στον παγωμένο αέρα. Άντε... σήμερα και μια βδομάδα ακόμα και θα μασουλάω πάλι βραχάκια.

Sunday, December 10, 2006

Φλόξ, Flame, Flamme...

Χειμώνος τε...

...και Θέρους

Το περασμένο Σαββατοκύριακο το πέρασα μπροστά σε μια εστία, όπου για πρώτη φορά κατάλαβα πως υπάρχει κάποιο είδος αρχιτεκτονικής για να δημιουργηθεί μια ωραία φωτιά, με φλόγες σχεδόν αυτόνομες και "ομιλητικές". Ο "φλογοπλάστης", ο αρχιτέκτονας της φωτιάς που απολαύσαμε, ήξερε πολύ καλά τί κάνει. Πολύ ευχαριστήθηκα τα όσα είδα και εύχομαι να έμαθα κάτι κιόλας.

Σήμερα, βάζοντας την πρώτη φωτογραφία, θυμήθηκα και μια άλλη φλόγα, καλοκαιρινών καιρών αυτή. Το φυτό με το όμοιο όνομα - "Φλόγα"-, που χαίρομαι μέσα από το παράθυρό μου, εκεί κοντά στο τζάκι.

Friday, November 17, 2006

Not Waving But Drowning


Nobody heard him, the dead man,
But still he lay moaning:
I was much further out than you thought
And not waving but drowning.

Poor chap, he always loved larking
And now he's dead
It must have been too cold for him his heart gave way,
They said.

Oh, no no no, it was too cold always
(Still the dead one lay moaning)
I was much too far out all my life
And not waving but drowning.


Stevie Smith

Friday, November 10, 2006

Το ρόδι, το απόγευμα, τα κύματα και οι πιτσιλιές τους.

Παρασκευή απόγευμα.
Ήρεμο απόγευμα, ή μάλλον απόγευμα ανακουφιστικό, όχι για την εβδομάδα που πέρασε αλλά για τις δυο μέρες αναχαίτισης της καθημερινής ταχύτητας που έρχονται. Και πάλι όταν λέω ταχύτητα δεν αναφέρομαι στη δουλειά που, έχοντας γίνει κάτι σαν δεύτερη φύση (όσο κι αν είναι ανεπιθύμητη), περνάει σχεδόν απαρατήρητη, αλλά γιατί αν θέλω μπορώ να μην ακούω και να μη βλέπω τίποτα και κανέναν σε μια προσπάθεια ανασύνταξης δυνάμεων πάσης φύσεως.

Έκανα το λάθος να ακούω ειδήσεις καθημερινά την περασμένη εβδομάδα.

Αυτό από μόνο του λέει πολλά.

Όμως συνέβη και κάτι άλλο που, χωρίς να έχω καταλάβει ακόμα ακριβώς το πώς σε όλη του την έκταση, μου έχει αφήσει μια γεύση ουσίας και αισιοδοξίας.

Πολύ αγαπημένος φίλος από τα παλιά αντιμετώπισε πρόβλημα υγείας σοβαρό, που ευτυχώς ξεπερνά και όταν τον είδα χθες πλημμύρισε την ψυχή μου με γλύκα, ηρεμία και θαυμασμό για τον τρόπο που το βιώνει, το αντιμετωπίζει και που ετοιμάζεται να χτίσει πάνω σε αυτό. Σαν να έρχεται σεισμός και εσύ να λες: «Α, ωραία, γλιτώσαμε τα έξοδα κατεδάφισης. Έχω στο νου μου τα σχέδια ενός καινούριου σπιτιού θαύμα!»


Έφτιαξα πέρσι λικέρ ρόδι με καλή κρητική ρακή. Μετά από ένα χρόνο σχεδόν είναι στο καλύτερό του στάδιο. Και είναι ώρα να πιώ και το τελευταίο. Άλλωστε έχω ήδη βάλει την καινούρια σοδιά να ζυμώνεται στη ζάχαρη και το παλιό θέλω να πάρει το δρόμο του.

Θέλω να κυλήσω μέσα σ’αυτό το ήρεμο απόγευμα, το απόγευμα κυματοθραύστη, να πιω στην υγειά και τη δύναμη όλων, να σκεφτώ ή μόνο απλά να νοιώσω.


Tuesday, October 31, 2006

Nonsense


THE OWL AND THE PUSSYCAT
The Owl and the Pussycat went to sea
In a beautiful pea green boat,
They took some honey, and plenty of money,
Wrapped up in a five pound note.
The Owl looked up to the stars above,
And sang to a small guitar,
'O lovely Pussy! O Pussy my love,
What a beautiful Pussy you are,
You are,
You are!
What a beautiful Pussy you are!'
Pussy said to the Owl, 'You elegant fowl!
How charmingly sweet you sing!
O let us be married! too long we have tarried:
But what shall we do for a ring?'
They sailed away, for a year and a day,
To the land where the Bong-tree grows
And there in a wood a Piggy-wig stood
With a ring at the end of his nose,
His nose,
His nose,
With a ring at the end of his nose.
'Dear pig, are you willing to sell for one shilling
Your ring?' Said the Piggy, 'I will.
'So they took it away, and were married next day
By the Turkey who lives on the hill.
They dined on mince, and slices of quince,
Which they ate with a runcible spoon;
And hand in hand, on the edge of the sand,
They danced by the light of the moon,
The moon,
The moon,
They danced by the light of the moon.
Edward Lear

Saturday, October 28, 2006

Σκόρπιες σκέψεις




Κατά πάσα πιθανότητα φαίνονται ασύνδετες.

Έχουν όμως αυτήν ακριβώς τη συνοχή που έχουν σκόρπιες σκέψεις

Που ακολουθώντας η μια την άλλη κάπου σε βγάζουν.

Και ύστερα αναρωτιέσαι πώς.